Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

κρυφό σχολειό

Κρυφό Σχολειό

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Νικόλαος Γύζης, Το κρυφό σχολειό, ελαιογραφία, 1885/86.

Ο όρος κρυφό σχολειό αναφέρεται σε ανεπίσημα ελληνικά διδασκαλεία, για τα οποία υποστηρίζεται πως λειτουργούσαν εν κρυπτώ και υπό καθεστώς απαγόρευσης κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας. Στη νεότερη ιστοριογραφία αμφισβητείται η ύπαρξή τους και θεωρείται πως ανήκουν στη σφαίρα του μύθου, αποτελώντας στοιχείο της προφορικής λαϊκής παράδοσης.[1][2]

Πίνακας περιεχομένων

[Απόκρυψη]

[Επεξεργασία] Η ελληνική εκπαίδευση κατά το 15ο-19ο αιώνα

Από το πλήθος των μαρτυριών καθόλη την περίοδο της τουρκοκρατίας, δε διασώζεται καμία αναφορά στην ύπαρξη κρυφών σχολείων, ούτε μνημονεύεται ως στοιχείο της προφορικής παράδοσης[3]. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγουν δύο συστηματικοί μελετητές του θέματος, ο λόγιος Μανουήλ Γεδεών και ο ιστοριοδίφης Γιάννης Βλαχογιάννης[4]. Στην Iστορία των του Xριστού Πενήτων (1939), o πρώτος αποφαίνεται πως η τουρκική κυβέρνηση «ουδέποτε εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων εμπόδισε την εν νάρθηξι και κελλίοις διδασκαλίαν» σημειώνοντας πως «μέχρι σήμερον ουδαμού ανέγνω εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων βεζίρην, ή αγιάνην, ή σουλτάνον εμποδίσαντα σχολείου σύστασιν, ή οικοδομήν...»[5]. Το ίδιο σημειώνει λίγα χρόνια αργότερα και ο Βλαχογιάννης στη Νέα Εστία[6]. Ο θρύλος του Κρυφού Σχολείου καλύπτει συνήθως μια περίοδο ενός αιώνα και πλέον μετά την άλωση. Με δεδομένη την επιβράδυνση που προκάλεσε η τουρκική κατάκτηση, μεμονωμένες προσπάθειες για κάποια εκπαιδευτική κίνηση θα ήταν, ωστόσο, τόσο αδύναμες ώστε τελικά να αφήσουν ελάχιστα ίχνη της παρουσίας τους[7]. Από το τέλος του 16ου αιώνα, χειρόγραφες και επίσημες μαρτυρίες που σώζονται και πραγματεύονται την κατάσταση της ελληνικής παιδείας, βεβαιώνουν την ίδρυση και λειτουργία ελληνικών σχολείων. Ο γερμανός ελληνιστής Μαρτίνος Κρούσιος, στο κυριότερο έργο του Turcograecia (1584), σημειώνει την παρουσία κοινών σχολείων, όπου τα παιδιά διδάσκονται ανάγνωση με χρήση εκκλησιαστικών λειτουργικών βιβλίων, όπως επιβεβαιώνει και ο ιερέας της γερμανικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη Salomon Schweigger[8].

Ο ιστορικός και αγωνιστής του 1821 Ιωάννης Φιλήμων, στο Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας που εκδόθηκε το 1834, αναφέρει ειδικότερα πως η ελεύθερη σύσταση ελληνικών σχολείων οφειλόταν στη γενικότερη αμάθεια των Τούρκων, οι οποίοι, κατά τον Φιλήμων, αγνοούσαν ποιά μέτρα θα ωφελούσαν το πολιτικό σύστημά τους[9], υπονοώντας την απαγόρευση των σχολείων. Εξάλλου, η αλληλουχία παιδεία-εθνική συνείδηση αναπτύχθηκε και έγινε κοινή συνείδηση πολύ αργότερα, συγκεκριμένα στα χρόνια της Επανάστασης.[10]. Ενδελεχή μελέτη για την κατάσταση των ελληνικών γραμμάτων από την άλωση της Κωνσταντινούπολης μέχρι το 19ο αιώνα παρέδωσε επίσης ο Ματθαίος Παρανίκας, στο Σχεδίασμα (1867), όπου απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά σε ενδεχόμενη ύπαρξη κρυφών σχολείων. Στο έργο του, ο Παρανίκας, παρέχει λεπτομερείς πληροφορίες για σχολεία και δασκάλους που δίδαξαν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας[11]. Γεγονός πρέπει να θεωρείται η γενικότερη αναβίωση της ελληνικής παιδείας από το 17ο αιώνα, όπως περιγράφεται από τον Παρανίκα αλλά και από άλλους ιστοριογράφους όπως ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, και συνοδεύεται από την ίδρυση αρκετών σχολείων[11][12]. Για τη μελέτη θεμάτων της εκπαίδευσης, το έναυσμα έδωσε το 1865 ο Ροδοκανάκειος Φιλολογικός Αγών με την προκήρυξη διαγωνισμού με αντικείμενο την ιστορία της ελληνικής παιδείας από την άλωση της Κωνσταντινύπολης μέχρι το 1821. Υποβλήθηκαν εργασίες από τους Παναγιώτη Αραβαντινό και Κωνσταντίνο Σάθα, με τον τελευταίο να βραβεύεται τελικά για το μέρος της έρευνάς του που αφορούσε στους λογίους και στο γλωσσικό ζήτημα, καθώς θεωρήθηκε πως η μελέτη του Παρανίκα, που είχε ήδη δημοσιευθεί, κάλυπτε επαρκώς τα θέματα που άπτονταν των ελληνικών σχολείων. Σε καμία από αυτές τις εργασίες δε συναντάται αναφορά στην ύπαρξη Κρυφού Σχολείου[13]. Συμπληρωματική της εργασίας του Παρανίκα είναι και η μελέτη του Τρύφωνος Ευαγγελίδου, Η παιδεία επί Τουρκοκρατίας (1936), όπου κατέγραψε ακόμα περισσότερα σχολεία, βασισμένος σε πρόσθετες πηγές στις οποίες δεν είχε πρόσβαση ο Παρανίκας[14]. Γνωστά είναι, εξάλλου, ορισμένα από τα μεγαλύτερα εκπαιδευτήρια του υπόδουλου ελληνισμού, όπως η Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη, η Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης και άλλα σχολεία σε πολλές περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας[15]. Μαρτυρίες για ελεύθερη ίδρυση και λειτουργία σχολείων αντλούνται επίσης από ξένους περιηγητές, όπως τον άγγλο αξιωματικό Ουίλιαμ Μάρτιν Ληκ που επισκέφτηκε την Ελλάδα κατά τη διάρκεια της επανάστασης[16], αν και τέτοιες μαρτυρίες θεωρούνται εν γένει μικρότερης αξίας από τις πρωτογενείς ελληνικές πηγές. Αν και υπάρχουν πολλές ιστορικές μαρτυρίες που βεβαιώνουν περιπτώσεις αυθαιρεσιών σε τοπική κλίμακα, στις σύγχρονες πηγές δεν καταγράφεται καμία σχετική με απαγόρευση ίδρυσης ή λειτουργίας σχολείου[17].

Στον Λόγιο Ερμή, φιλολογικό περιοδικό του 1811 που εκδόθηκε στο Βουκουρέστι αναφέρεται το άνοιγμα σχολείων στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, «αδεία των κρατούντων» (με άδεια των αρχών) στην Κωνσταντινούπολη, στις Κυδωνιές της Μικράς Ασίας, στη Χίο και αναφέρεται η οργάνωση λυκείων στη Σμύρνη και στη Θεσσαλονίκη[18]

[Επεξεργασία] Μεταπελευθερωτικά χρόνια

Το Κρυφό Σχολειό σχηματοποιήθηκε στη νεοελληνική ιστορική συνείδηση κατά τα μεταπελευθερωτικά χρόνια. Η πρώτη αναφορά σε αυτό γίνεται το 1825, στο έργο Leucothea του γερμανού λόγιου Καρλ Ίκεν (Carl Iken), μαρτυρία που οφείλεται ωστόσο στον λόγιο και γιατρό Στέφανο Κανέλλο. Αλληλογραφώντας με τον Ίκεν το 1822, επιχειρούσε τότε να τον ενημερώσει για την πνευματική κατάσταση της πατρίδας του κατά την Τουρκοκρατία, σε μια περίοδο που το ενδιαφέρον του ευρωπαϊκού κοινού απαιτούσε τη βαθύτερη διαφώτισή του για τα δίκαια του ελληνικού αγώνα[19]. Σύμφωνα με τον Κανέλλο, «οι Τούρκοι εμπόδιζαν τα σχολεία αυστηρότερα και από τις εκκλησίες» και οι Έλληνες προσπαθούσαν να συστήσουν κοινά σχολεία «κρυφίως». Σε άλλο σημείο της επιστολής του, ωστόσο, αναφέρεται στην αμάθεια των υπόδουλων Ελλήνων, υποστηρίζοντας ότι δεν προερχόταν από αναισθησία ή αδιαφορία τους προς την παιδείαν, αλλά από την «αθλίαν κατάστασιν των σχολείων, αποτέλεσμα της όλης καταστάσεως του έθνους». Σημειώνει, παράλληλα, πως πολλοί νέοι «έτρεχαν προθύμως εις όποιον σχολείον εμάνθαναν ότι είναι καλός δάσκαλος»[20].

Τα επόμενα χρόνια, οι αναφορές σε κρυφά σχολεία κατά την τουρκοκρατία πληθαίνουν. Στη σύγχρονη ιστοριογραφία έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οι μαρτυρίες αυτές στερούνται ιστορικής αξίας. Είναι πολύ μεταγενέστερες της εποχής στην οποία υποτίθεται ότι αναφέρονται (και η οποία τοποθετείται στα πρώτα εκατό και πλέον χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης) και δημιουργήθηκαν μέσα στο κλίμα της εθνικής σκοπιμότητας που καλλιεργήθηκε κατά την Επανάσταση του '21. Στα μετεπαναστατικά χρόνια, η συνέχιση του μύθου ήταν εύκολη, καθώς αυτό το κλίμα παρέσυρε αρκετούς ιστορικούς, με τη συνδρομή και της τέχνης του λόγου (όπως το ποίημα του Πολέμη) και των εικαστικών τεχνών (ο πίνακας του Γύζη).[10]. Ο θρύλος που ξεκίνησε να διαμορφώνεται σταδιακά, γνώρισε εν τέλει μεγάλη δημοτικότητα χάρη στο κλίμα του ενθουσιασμού και της εθνικής εξάρσεως, που χαρακτηρίζει το 19ο αιώνα[21], εναρμονισμένος με τα στοιχεία που συνέθεταν το πνευματικό κλίμα της εποχής, και περνώντας κυρίως μέσα από το ρητορικό λόγο, αλλά σχεδόν καθόλου από το φυσικό του χώρο, δηλαδή την ιστορία της εκπαίδευσης[22].

Στα απομνημονεύματά του, ο Νικόλαος Δραγούμης έφερε στην επιφάνεια το Κρυφό Σχολείο, ενώ ήδη την εποχή που αρθρογραφούσε στο περιοδικό Πανδώρα σημείωνε χαρακτηριστικά: «Εκαυχάτο πάντοτε ο πατήρ μου ότι εδάρη υπό του οθωμανού χάριν των ελληνικών γραμμάτων [...] Επειδή δε τα σχολεία διήγειραν τας υποψίας αυτών και κατέτρεχον παντοιοτρόπως, και διδάσκαλοι και μαθηταί εσοφίζοντο παντοίους επίσης τρόπους δια να αποφεύγωσιν την οργήν των. Και οσάκις συνήρχοντο εις το σχολείον, είς εξ αυτών ιστάμενος πλησίον του παραθύρου ως κατάσκοπος έστρεφεν ανήσυχος πανταχού το βλέμμα και έδιδεν προς τους άλλους την είδησιν ότι έβλεπεν οθωμανόν ερχόμενον μακρόθεν»[23]. Αναφορά στη λειτουργία κρυφών σχολείων κάνει λόγο στα απομνημονεύματά του και ο Φωτάκος ή Φώτιος Χρυσανθόπουλος, σύμφωνα με τον οποίο μόνο οι Έλληνες φρόντιζαν για την παιδεία, «εν τω σκότει και προφυλακτά από τους Τούρκους»[24]. Ένα χρόνο πριν τη δημοσίευση των Ιστορικών Αναμνήσεων του Δραγούμη, ο Μιχαήλ Οικονόμου, που είχε χρηματίσει γραμματικός του Κολοκοτρώνη, αποφαινόταν στα δικά του απομνημονεύματα πως «η λατρεία δε των χριστιανών εξησκείτο ελευθέρως και δημοσία και επροστατεύετο μάλιστα και από τους Τούρκους»[25].

[Επεξεργασία] Λαογραφία

Η παρουσία του Κρυφού Σχολείου στη λαϊκή παράδοση πιστεύεται πως υπήρξε αποτέλεσμα της λόγιας επίδρασης των μεταπελευθερωτικών χρόνων. Σημαντικότερες λαογραφικές αναφορές θεωρούνται το παιδικό τραγούδι «Φεγγαράκι μου λαμπρό...»[26] και στη μεταγενέστερη ελληνική τέχνη ο ομώνυμος πίνακας του Νικόλαου Γύζη που ενέπνευσε επίσης ένα σχετικό ποίημα του Ιωάννη Πολέμη[27]. Ως μαρτυρία για την ύπαρξη κρυφών σχολείων προβάλεται επίσης η ύπαρξη σχετικών τοπωνυμίων σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Το παιδικό τραγούδι, που αναφέρεται και ως νανούρισμα, καλύπτει ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο και γνώρισε πολλές αλλοιώσεις, παρόμοιες με αυτές που συνήθως συναντώνται στα δημοτικά τραγούδια. Στη βασική μορφή του δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά από τον Sanders το 1844[28], ενώ ένα παρεμφερές δίστιχο καταγράφεται από τον Φωριέλ το 1824[29]. Το τραγούδι δεν συσχετίζεται, από τους πρώτους συλλογείς, με το Κρυφό Σχολείο[30], ούτε αναφέρεται σαφώς σε αυτό. Για πρώτη φορά συνδέεται με την ύπαρξη κρυφών σχολείων το 1855, σε μελέτη του λογίου Γρ. Γ. Παπαδοπούλου, όπου σημειώνει πως «[Οι μαθητές] την νύκτα εξερχόμενοι λάθρα μετέβαινον εις τον διδάσκαλον, λέγοντες το γνωστόν ασμάτιον “Φεγγαράκι μου λαμπρό”...»[17].

Ο ομώνυμος πίνακας του Γύζη αναπαριστά ένα κρυφό σχολείο, όπως το φαντάστηκε ο καλλιτέχνης, και φιλοτεχνήθηκε το 1886. Το έργο ανήκει στις συνθέσεις ηθογραφικού χαρακτήρα του Γύζη, του οποίου ο συμβολισμός δίνεται από τον ίδιο, σε επιστολή του, όπου σημειώνει χαρακτηριστικά: «Δια του υπογείου, της κλειστής θύρας και παραθύρου και δια του ωπλισμένου νέου, εσκέφθην να παραστήσω την εποχήν εκείνην της Ελλάδος, ότε επί Τουρκοκρατίας ήσαν αυστηρώς απηγορευμένα τα σχολεία και μόνον εν κρυπτώ ελειτούργουν». Είναι άγνωστη η πηγή έμπνευσης του Γύζη αλλά εικάζεται πως συνδέεται με τη γενέτειρά του, όπου ένα μικρό μοναστήρι της Αγίας Τριάδας ήταν γνωστό ως «Το Κρυφό Σχολειό». Πολλοί ακόμα χώροι διατηρούν το τοπωνύμιο του Κρυφού Σχολείου, γεγονός που χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για τη λειτουργία κρυφών σχολείων στις περιοχές αυτές. Φέρεται, μεταξύ των άλλων, να έχουν λειτουργήσει στην Ιερά Μονή Φιλοσόφου της Δημητσάνης, στη Μονή Στρατηγοπούλου ή Μονή Ντίλιου στο νησί των Ιωαννίνων, σε σπήλαιο της Ίου[31], στη Βέργοια Λακωνίας[32], στην Ιερά Μονή Παναγίας Βαρνάκοβας της Φωκίδας[33], καθώς και στις μονές Φιλανθροπηνών στα Γιάννενα και Αγίας Τριάδας στην Τήνο[34]. Πρόκειται συνήθως για χώρους που ομοιάζουν με μικρές κατακόμβες και οι σχετικές μαρτυρίες στηρίζονται μόνο στην προφορική παράδοση χωρίς οποιαδήποτε χρονολογική ένδειξη για την πρώτη εμφάνιση του τοπωνυμίου[34]. Ειδικότερα η ύπαρξη κρυφού σχολείου στην Τήνο και στη Μονή Φιλοσόφου έρχεται σε αντίθεση με την ιστορική πραγματικότητα. Η Τήνος περιήλθε υπό τουρκική κατοχή αρκετά αργότερα (1718), χωρίς όμως να αλλοιωθούν οι συνθήκες ζωής των κατοίκων και με σχεδόν καθολική απουσία των Τούκρων από την περιοχή[35], ενώ στη Μονή Φιλοσόφου είναι γνωστό πως σπούδασε ο Μιχαήλ Οικονόμου, ο οποίος στα απομνημονεύματά του δε μνημονεύει το θρυλούμενο κρυφό σχολείο.

[Επεξεργασία] Παραπομπές

  1. Άλκης Αγγέλου, Το Κρυφό Σχολείο: Το χρονικό ενός μύθου, σελ. 13-18. Σύμφωνα με τον Αγγέλου, στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει επίσης ο λόγιος Μανουήλ Γεδεών· ο ίδιος και σε Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τόμος Ι΄, σελ 366.
  2. Γιάννης Βλαχογιάννης, Νέα Εστία, τ. ΛΗ', 1945. Χαρακτηριστικά αναφέρει: «ούτε εγώ, μέσα στον αμέτρητο σωρό ανέκδοτου υλικού για της σκλαβιάς τα σκολεία που έγω συναγμένο, δεν απάντησα τίποτε που να κάνη λόγο για το σκολειό έξω από το τραγούδι»
  3. Αγγέλου (1994), 13-14
  4. Βλ. Αγγέλου (1997), σ. 15
  5. Μανουήλ Γεδεών, Iστορία των του Xριστού Πενήτων, Αθήνα 1939, σ. 179, 180. Για τα σχολεία, το σύστημα διδασκαλίας και συνολικά την πνευματική κίνηση των Ελλήνων κατά τον 18ο και 19 αιώνα βλ. επίσης Μανουήλ Γεδεών, Η Πνευματική Κίνησης του Γένους κατά τον ΙΗ' και ΙΘ' αιώνα, Αθήνα 1976
  6. Γιάννης Βλαχογιάννης, Νέα Εστία, τ. ΛΗ', 1945
  7. Αγγέλου (1997), 81
  8. Salomon Schweigger, Ein newe Reyssbeschreibung, Νυρεμβέργη 1608, σ. 22, όπως παρατίθεται στο Χρήστος Πατρινέλης, Το κρυφό σχολειό και πάλι, Ερανιστής, έτος ΜΒ΄, τόμος 25/2005
  9. Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναυπλία 1834, σσ. 60-61
  10. 10,0 10,1 Ιστορία του Ελληνικούς Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. Ι, σ.367.
  11. 11,0 11,1 Ματθαίος Κ. Παρανίκας, Σχεδίασμα περί της εν τω Eλληνικώ έθνει καταστάσεως των γραμμάτων από αλώσεως Kωνσταντινουπόλεως μέχρι της ενεστώσης (ιθ') εκατονταετηρίδος, Kωνσταντινούπολη, 1867
  12. Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του ελληνικού έθνους: από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του 1930, Τόμος Ε', Μέρος Β', Αθήνα: 1932, σσ. 164-66
  13. Αγγέλου (1997), σ.40
  14. Tρύφων Eυαγγελίδης, H Παιδεία επί Tουρκοκρατίας, Tόμοι A-B, Aθήνα, 1936.
  15. Χάρτης με τα ρωμαίικα Γυμνάσια την περίοδο 1620-1821, όπως παρατίθεται στο G. P. Henderson, The Revival of Greek Thought (1620-1830), 5-6. State University of New York Press, Albany, New York, 1970.
  16. Βλ. William Martin Leake, Travels in Northern Greece, Λονδίνο: 1835
  17. 17,0 17,1 Χρήστος Πατρινέλης, Το κρυφό σχολειό και πάλι, Ερανιστής, έτος ΜΒ΄, τόμος 25/2005.
  18. Ερμής ο Λόγιος, τεύχος 1, σελ. 9, 1811, Βουκουρέστι] «Το 1804, αδεία των κρατούντων, συνεστήθη εν Κωνσταντινουπόλει εν Γυμνάσιον ... »
  19. Αγγέλου (1997), 19-20. Βλ. επίσης Αντώνης Δανός, Nikolaos Gyzis's The Secret School and an Ongoing National Discourse
  20. Επιστολή Κανέλλου προς τον Καρλ Ίκεν, όπως παρατίθεται στο Ανδρόνικος Δημητρακόπουλος, Επανορθώσεις σφαλμάτων παρατηρηθέντων εν τη Νεοελληνική Φιλολογία του Κ. Σάθα, Τεργέστη 1872, σσ. 46-53
  21. Χρήστος Πατρινέλης, Το κρυφό σχολειό και πάλι, Ερανιστής, έτος ΜΒ΄, τόμος 25/2005.
  22. Αγγέλου (1997), 45
  23. Νικόλαος Δραγούμης: περ. Πανδώρα, τ.Ε΄, 1855
  24. Φωτάκου: Απομνημονεύματα για την Επανάσταση του 1821, τόμος Α΄,σελ.52, εκδόσεις Βεργίνα.
  25. Μ. Οικονόμου, Ιστορικά της Ελληνικής Παλλιγενεσίας ή Ο Ιερός των Ελλήνων Αγών, Αθήνα, 1873, σ. 29
  26. «Φεγγαράκι μου λαμπρό / φέγγε μου να περπατώ / να πηγαίνω στο σκολειό / να μαθαίνω γράμματα / του Θεού τα πράματα», όπως παρατίθεται από τον Βλαχογιάννη.
  27. Απ' έξω μαυροφόρ' απελπισιά / πικρής σκλαβιάς χειροπιαστό σκοτάδι / και μέσα στη θολόκτιστη εκκλησιά / στην εκκλησιά, που παίρνει κάθε βράδυ / την όψη του σχολειού / το φοβισμένο φως του καντηλιού / τρεμάμενο τα ονείρατα αναδεύει / και γύρω τα σκλαβόπουλα μαζεύει.
  28. «Φεγγαράκι μου λαμπρόν / φέγγε και περπάτειγε / Για να σε ρωτήσομε / Δια δυό Γραικόπουλα / Και Γρεβενητόπουλα / Χήραν Τούρκαν δούλευαν/ Ολ' ημέραν στον ζυγόν / Το βράδυ στον κρεμασμόν...», στο D. Sanders, Das Volksleben der Neugriechen /dargestellt und erklart aus Liedern, Sprichworten, Kunstgedichten nebst einem Anhange von Musikbeilagen und zwei kritischen Abhandlungen, Mannheim: F. Bassermann, 1844, σ. 78
  29. Φεγγάρι, φεγγαράκι μου, φέγγε με να περάσω / Γιατί σ' αυτήν την γειτονιάν τον νουν μου θε να χάσω, στο C. Fauriel, Chants populaires de la Grece moderne, Παρίσι 1824-25, σ. 282
  30. Αγγέλου (1997), 18
  31. "Σχολή Δημητσάνης", Τάσος Γριτσόπουλος, 1962
  32. Σαράντος Καργάκος, εφημερίδα Εξουσία, 24/4/1998
  33. Ο Όσιος Δαυίδ και καλογεροδάσκαλοι της Βαρνάκοβας επί Τουρκοκρατίας (Ι.Μ. Παναγίας Βαρνάκοβας, 2004)
  34. 34,0 34,1 Αγγέλου, 16
  35. Αγγέλου (1997), 60