Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011

Το χάνι της Γραβιάς

το χάνι της Γραβιάς


Το χάνι της Γραβιάς

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Το χάνι της Γραβιάς

Γεώργιος Ζαλοκώστας




Α.

Απο κρότον οργάνων βοϊζει
της Γραβιάς το βουνό αντικρύ,
λάμπουν οπλα χρυσά και λερή
φουστανέλλα μαυρίζει.

Προς το Χάνι χορός καταβαίνει
απ΄οδόν ελικώδη λοξήν
και φλογέρα με ηχον οξύν
χορού ασμα σημαίνει.

Ο Οδυσσεύς ο ταχύπους ηγείται
του μαχίμου εκείνου χορού
και εγκύμων σκοπού τολμηρού
προς το Χάνι κινείται.

Εκεί δε τον χορόν διαλύει
κλεί την μάνδραν και ουτω λαλεί:
Η Πατρίς μας εδώ μας καλεί
στρατιώται ανδρείοι.

Μετ΄ολίγον εδώ καταφθάνει
στρατειά μυριάδων εχθρών
ειναι στάδιον δόξης λαμπρόν
το μικρόν τούτο Χάνι.

Εις το μέγα στενόν θα ξυπνήσουν
οι Αρχαίοι της Σπάρτης νεκροί
και τον τόπον αυτόν φοβεροί
τουρκομάχοι θα σείσουν.

Κ' η σκιά του Διάκου παρέκει
του εις την σούβλαν ψηθέντος σκληρά
με μεγάλην θ'ακούση χαρά
να βροντά το τουφέκι.

Εκεί κάτω κυττάξετε, φθάνει
ο πομπώδης στρατός των εχθρών.
Ιδού στάδιον δόξης λαμπρόν
Το μικρόν τούτο χάνι.

Στρέφουν όλοι και βλέπουν. Διέβη
το ποτάμι απίστων πληθύς
και ακούγεται γδούπος βαθύς
και ο τόπος σαλεύει.

Πιστολίων ακούονται κτύποι
και βαρβάρων φωναί συνεχείς
και τινάσσουν την χαίτην ταχείς
και αφρόεντες ίπποι.

Προ των άλλων ξιφήρης προβαίνει
εις δερβίσης τον ίππον κεντών.
Ο υιός του Ανδρούτσου αυτόν
ερωτά: που πηγαίνει;

Αποκρίνετ' εκείνος: Να σφάξω
όπου βρώ του προφήτου εχθρούς
και πατών τους απίστους νεκρούς
το Αλλάχ ν' ανακράξω.

Αλλ' εδώ, ω υιέ του προφήτου,
μιναρέν δεν θα βρής υψηλόν
αλλά μόνον τουφέκι καλόν
και ιδού η φωνή του.

Και ηνία και σπάθην αφήνει
ο δερβίσης στο στέρνο πληγείς
και με κρότον πεσών καταγής
ρείθρον αίματος χύνει.

Του θανάτου ιδρώς περιβρέχει
το χλωμόν μετωπόν του ευθύς
και ο ιππος αυτού πτοηθείς
κούφος κι ευκαιρος τρέχει....

Β.

Καθώς όταν βορράς ριγοβόλος
με ακάθεκτον πνέη ορμήν,
κι ο βαθύς του πελάγου πυθμήν
κατασείεται όλος,

των εχθρών ούτω σείει τα στήθη
κραταιά, ψυχοβόρος οργή,
και ακούγεται λύσσης κραυγή
από τ' άμετρα πλήθη.

Σώμα μέγα, πυκνόν, ταραχώδες,
αλαλάζον ορμά με κραυγήν,
και βαρύδουπον σκάπτουν την γην
σιδηροί ίππων πόδες.

Αλλ' ακοίμητον πυρ εκ της μάνδρας
τους ορμώντας προσβάλλει εχθρούς,
κ' εξαπλόνει τριγύρω νεκρούς,
νεκρούς ίππους και άνδρας.

Ούτε εν όπλον εις μάτην καπνίζει,
Ούτε εν όπλον εις μάτην βροντά,
κάθε βόλι συρίζον πετά
και τα κρέατα σχίζει.

Περιΐπτατ' εκεί πολυαίμων
εν νεφέλαις καπνού και πυρός,
με το βλέμμα δριμύ, φοβερός
του ολέθρου ο δαίμων.

Ταχυθάνατον πέλεκυν σείει
και ακόρεστον βλέμμα κολλά
οπού αίματα ρέουν πολλά,
όπου θνήσκουν ανδρείοι.

Ή κλαγγή ώς γλυκύφθογγον μέλος
του θηρίου τα ώτα κτυπά,
και τα μέλαινα χείλη του σπά
καταχθόνιος γέλως.

Το παν βλέπει με όψιν αγρίαν
την φριξότριχα κόμην κινών,
ως ο λέων οπόταν πεινών
ενεδρεύη την λείαν.

Καταφλέγει εν ταύτη τη μάχη
τας ψυχάς των ανδρών η οργή,
και ηχεί κ' η περίβουος γη
και οι λόγγοι κ' οι βράχοι.

Γ.

Μάχης πλην δεν ηχούν πλέον φθόγγοι,
ούτε μέταλλα λάμπουν στιλπνά.
Σιωπούν τα κρημνώδη βουνά
και οι βράχοι κ' οι λόγγοι.

Όπου πρώην κραυγαί και μανία,
βασιλεύει θανάτου σιγή.
Ένθα και ένθα θνησκόντων κραυγή
αντηχεί απαισία.

Πεντακόσια πτώματ' αφίνων
ο εις μάτην παλαίσας εχθρός,
απεσύρθη μακράν του πυρός
μιας φούκτας Ελλήνων.

Τους ανδρείους στενά τριγυρίζει
ο πασά; δι' αμέτρου στρατού,
και την λείαν εις χείρας αυτού
ως βεβαίαν ελπίζει.

Αλλά συ, ω θεά εγερσίνους,
που υιούς Θρασυβούλων γεννάς,
και αλύσεις συντρίβεις δεινάς,
δεν τρομάζεις κινδύνους.

Διά σου τους πολλούς οι ολίγοι
ταπεινούν με σπαθί κοπτερόν.
Το σπαθί σου εν μέσω εχθρών
ευρύν δρόμον ανοίγει.

Δ.

Μελανόπτερος νυξ, παραστάτις
πολυτρόμου σωρείας νεκρών,
επεκτείν' εις την γην σκιερόν
το πλατύ κάλυμμά της,

Και ιδού οι σαπφείρινοι κάμποι
από άστρα γεμίζουν λαμπρά,
και εν τω μέσων αυτών αργυρά
η πανσέληνος λάμπει.

Την βαθείαν σιγήν και τα σκότη
διακόπτουν βαρβάρων κραυγαί
προσευχαί ασεβείς και αργαί
όπλων λάμψεις και κρότοι.

Αδελφός πλην ο ύπνος θανάτου
εις τας τάξεις των τούρκων πετά,
και τα μέλη των ζώνει σφικτά
με τα κούφα δεσμά του.

Μόνος άγρυπνος εις επροπάτει,
ο πασάς, ανασπών τας οφρύς,
αλλ' ερρίφθη κι εκείνος βαρύς
στο παχύ του κρεββάτι.

Μόλις δ' είχε τα όμματα κλείσει,
αιμωπόν, με θανάτου χροιάν,
ονειρόφαντον είδε σκιάν,
την σκιάν του δερβίση.

Ο θανών λειτουργός του προφήτου
είχεν αίμα πολύ και πηκτόν,
όπου έχαινε χάσμα φρικτόν
η μεγάλη πληγή του.

Η μορφή του πλην ήτο γλυκεία
και η όψις του λίαν φαιδρά.
Εκτυπούσε εν τούτοις σφοδρά
του πασά η καρδία.

Η σκιά, Μη τον είπε, φοβήσαι,
είμαι λόγου καλός μηνυτής,
Χαίρε, φίλε πασά! Νικητής
των ελλήνων θα είσαι.

Οι εν μάνδρα κλεισμένοι ολίγοι
είναι θύματα πείνης σκληρά.
Τα φρικώδη της σούβλας πυρά
ούτε εις θ' αποφύγη.

Ο νεκρός ταύτα λέγων δερβίσης,
ανελήφθη των φίλον πλανών.
-Μειδιάς, ω πασά; Εξυπνών
μαύρα δάκρυα θα χύσης.