Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

Το ξεφλούδισμα

Μετά το Σεπτέμβριο άρχιζε το ξεφλούδισμα. Η κάθε οικογένεια συγκέντρωνε στην αποθήκη του στάβλου της ή και στο χωράφι της το καλαμπόκι που ωρίμαζε. Το ξεφλούδισμα (ξεφύλλισμα) απαιτούσε αρκετό χρόνο και έπρεπε να τελειώνει σύντομα, επειδή ο καιρός δεν άφηνε πολλά περιθώρια για ήλιασμα.
Η βοήθεια των συγχωριανών ήταν απαραίτητη. Θα βοηθούσες το γείτονα, το συγ­γενή, το χωριανό, θα βοηθιόσουν όμως και εσύ. Και δινόταν αυτή η ευχέρεια της αλληλοβοήθειας, γιατί το γίνωμα ( ωρίμανση ) του καλαμποκιού, διέφερε από περιοχή σε περιοχή κι από χωράφι σε χωράφι. Εξαρτιόταν από το χρόνο σποράς, το είδος του χώματος και κυρίως από τη θέση που βρισκόταν το χωράφι. Τα καλαμπόκια, που ήταν προσανατολισμένα στην ανατολή, τα προσήλια, γίνονταν γρηγορότερα απ’ τα ζερβά, (αυτά που ήταν προσανατολισμένα στο βορρά).
Το ξεφλούδισμα γινόταν, κυρίως, το βράδυ, επειδή την ημέ­ρα ο καθένας είχε τη δική του δουλειά να κάνει. Ειδοποιούνταν, ότι το βράδυ έχει ξεφλούδισμα ο τάδε και προσκαλούμαστε να πάμε. Μετά το φαγητό μαζευόμαστε στο συγκεκριμένο σπί­τι. Στη μέση της αποθήκης ή του χωραφιού, ήταν ο σωρός του καλαμποκιού. Στη κορυφή του σωρού, ή κρεμασμένες από το ταβάνι της αποθήκης δυο – τρεις λάμπες θυέλης σκόρπιζαν λίγο φως για να βλέπουμε.
Κάθονταν όλοι γύρω από το σωρό κι άρχιζε το ξεφλούδισμα. Σκοπός ήταν να φύγουν τα φύλλα που περικλείουν τον καρπό, τη ρόκα, πλην δυο – τριών φύλλων με τα οποία θα γινόταν το δέσιμο της κρεμάδας. Πολλές φορές όμως, έβγαιναν και κολοβές ρόκες. Όσο προχωρούσε το ξεφλούδισμα δύο άτομα, κυρίως άντρες, έδεναν τις κρεμάδες. Περνούσαν στη χούφτα του χεριού τους τα φύλλα της ρόκας εναλλάξ, αριστερά και δεξιά και όταν γέμιζε η χούφτα, έδεναν σφιχτά, με σκοινί το μάτσο των φύλλων. Τις κρεμάδες τις κρεμούσαν πάνω σε ξύλινες βέργες, συνήθως στο ταβάνι της κουζίνας, για να ξεραθούν, με τη βοήθεια της θερμότητας του τζακιού. Τις κολοβές ρόκες τις ήλιαζαν στον ήλιο, εφόσον αυτό ήταν δυνατό.
Κατά τη διάρκεια της εργασίας γινόταν συζητήσεις για θέματα που αφορούσαν τη γειτονιά, τα ζώα, τις προετοιμασίες για το χειμώνα. Θα ακούγονταν τα κουτσομπολιά, θα λέγονταν τραγούδια, αινίγματα και παραμύθια και θα προτείνονταν και κανένα προξενειό. Θα υπήρχε κέρασμα γλυκού του κουταλιού και τσιπουράκι. Με το τέλος της εργασίας κι αφού εύχονταν στον νοικοκύρη «και του χρόνου περισσότερο», καληνύχτιζαν κι έφευγαν ο καθένας για το σπίτι του.
Όταν το καλαμπόκι ξεραινόταν ακολουθούσε το στάδιο του ξεσπυρίσματος, δηλαδή, ο αποχωρισμός του καρπού, σπυρί, από το κοτσάνι, το κότσιαλο. Αν επρόκειτο για μεγάλη ποσότητα καλαμποκιού, το ξεσπύρισμα γινόταν με τη βοήθεια ενός ροπάλου, με το οποίο χτυπούσαν τις ρόκες για να γίνει ο αποχωρισμός. Σε διαφορετική περίπτωση αυτό γινόταν με το χέρι. Δουλειά ιδιαίτερα δύσκολη κι επίπονη. Πολλές φορές τα χέρια μας μάτωναν από το γδάρσιμο των κοτσανιών. Όμως, παρ’ όλα αυτά, το χαμόγελο και η ικανοποίηση, σαν έβλεπες κείνα τα κίτρινα σπυριά του καλαμποκιού να λαμπιρίζουν, ήταν ζωγραφισμένα στο πρόσωπο σου και μετρίαζαν τον πόνο και την κούραση.