Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΓΡΑΝΙΤΣΑ τα άγρια και τα ήμερα του βουνού"η αλεπού"

Η ΑΛΕΠΟΥ

Άμα περνά ύποπτα μέρη, μαζεύει τα πόδια της και τα κάνει ένα. Ο λόγος είναι ο εξής: Άμα βαδίζη και με τα τέσσαρα, είναι εκτεθειμένη εις τέσσαρας κινδύ­νους. Κάνει λοιπόν τα τέσσαρα ένα, άρα και τους κινδύνους της τους περιορίζει εις ένα. Την πονηρία όμως αυτήν την πληρώνει κάποτε πολύ ακριβά. Πέφτει και με τα τέσσαρα στην παγίδα. Εντεύθεν η παροιμία: «Η πονηρή Αλεπού πιάνεται και από τα τέσσαρα».

Οσφραίνεται την παγίδα όσον κανένα άλλο από τ’ αγρίμια. Χώμα νεοσκαμμένο, πατημένο απ’ άνθρωπο, σκεπασμένο από κλαδιά, είναι ύποπτα σημεία. Οι χω­ρικοί γνωρίζουν τόσον πολύ την φιλυποψίαν της, ώστε εξαιρετικώς γι’ αυτήν μεταχειρίζονται παγίδα πάντοτε παλιά, διότι αν είναι καινούργια και από την μυρω­διά του σιδήρου υποπτεύεται.

Οι βοσκοί εκμεταλλεύονται την μεγάλη πονηρία της ως εξής: Στήνουν ένα κομματάκι πανί δίπλα στην καλύβα των αρνιών, και τούτο είναι αρκετό να την κάμη να νοιαστή πως κάτι της μαγειρεύουν. Παρόμοια σχεδόν φοβίζουν οι γεωργοί την Κίσσα. Δένουν μία κλωστή γύρω στα χωράφια. Το παμπόνηρο πουλί υποπτεύεται παγίδα και δεν ξαναζυγώνει πλέον.

Άμα θέλη να κλέψη κανένα αρνί, παίρνει από κοντά τον τσοπάνη, τον πηγαίνει ως τη στάνη και τον παρα­μονεύει ως που να κοιμηθή. Αν συναντήση κοπάδι αρνιών στο δρόμο, ξεκόβει ενώ προσποιείται πως δεν μπορεί να το πιάση, το κυνηγά απ’ εδώ, το κυνηγά απ’ εκεί, ως που να του δώση δρόμο προς τον λόγγο, οπού πλέον το σιγυρίζει εν πάση ανέσει.

Ποτέ δεν κάνει αδικαιολόγητη ζημία. Κάθε κότα που πνίγει την μεταφέρει στη φωλιά της κι έπειτα γυρίζει να πνίξη άλλη. Αν τύχη και την υποπτευθούν, αν μεν έχη καιρό φεύγει, ειδεμή γυρίζει τα μά­τια της προς το βάθος του κοτετσιού, διότι γνωρίζει πως η λάμψις των θα την προδώση.

Αν οι κότες είναι σκαρφαλωμένες επάνω σε δέν­δρο, κάθεται από κάτω και της ρίχνει ματιές. Κοινή ιδέα ότι έχει μαγνήτη στα μάτια της.

Άμα καταδιώκεται από σκυλί την ουρά της την έχει διπλωμένη. Αν το σκυλί την ζυγώση πολύ, την πετάει δεξιά ή αριστερά. Το σκυλί στρέφει, διότι νο­μίζει ότι επήρε διεύθυνσιν προς τα εκεί. Αλλ’ η Α­λεπού έχει ήδη κάνει αντίθετη στροφή. Όσο να γυρίση και καλοφτιασθή το σκυλί, αυτή έχει κέρδισε 10-15 βήματα. Κι έχει ο Θεός γι’ αργότερα.

Την παρέστησαν ως άεργη. Σε κάποιο μάλιστα τραγούδι, που αριθμούνται τα μεγάλα παράξενα του κόσμου, υπάρχει και ο εξής στίχος:

...Ποιος είδε

και τον λαγό με ταμπουρά

την Αλεπού με ρόκα.

Λέγουν ακόμη - την ιδέαν αυτήν υπεστήριξε ο Henri Coupin - ότι ούτε την φωλιά της δεν φτιάνει μόνη της και ότι άμα ο Ασβός σκάψη την ιδικήν του του την παίρνει με τον εξής τρόπον. Επειδή γνωρίζει ότι εκείνος είναι το καθαρώτερο αγρίμι, πηγαίνει και λερώνει τη φωλιά του. Ο Ασβός την εγκαταλείπει και εγκαθίσταται αυτή, αφού προηγουμένως την τε­λειοποιήση, άνοιξη τουτέστι πολλάς οπάς· φθάνει έως τας 20 ώστε να μη κινδυνεύη να αποκλεισθή. Κάθε έξοδος απολήγει εις τουφωτά μέρη, ώστε να μη φαί­νεται.

Κανείς όμως δεν της ηρνήθη επιμέλειαν και σοφίαν εις την ανατροφήν των παιδιών της. Είναι ο ειση­γητής της υποδειγματικής διδασκαλίας. Πηγαίνει στη φωλιά της ποντίκια ζωντανά, κότες, λαγούς, ακρίδες και εξασκεί τα παιδιά της επί μήνας πώς παραμονεύουν το θήραμα, πώς το σκοτώνουν, πώς το μεταφέρουν κ.λ.π. Άμα τελειώση η σχολική διδασκαλία, αρχίζει την επιτόπιον δι’ εκδρομών στα κοτέτσια, στις στά­νες, στα περιβόλια, όπου δείχνει στ’ αλεπόπουλα πώς να περνούν τα μονοπάτια, πώς ν’ αποφεύγουν τα ύποπτα μέρη, πώς να πιάνουν τον λαγό, πώς να παρα­μονεύουν τον αμπελουργό, πώς να γελούν τον τσοπάνη.

Πιστοποιητικόν της παιδαγωγικής της ευσυνειδη­σίας είναι και ο εξής μύθος:

Μια Αλεπού κάθονταν μια φορά και ραχάτευε σ’ ένα βουνό:

- Τι κάνομε εδώ, μάνα; την ρωτούσαν τα παιδιά της.

- Ζεσταινόμαστε, παιδιά μου, τους είπε.

- Μα πού είναι η φωτιά;

- Στ’ από πέρα βουνό.... δεν την βλέπετε;

Τότε ένα από τα παιδιά της πήδηξε και φώναξε:

- Νερό μάνα, νερό μάνα, νερό μάνα, νερό και μ’ έκαψε μια σπίθα απ’ τη φωτιά!!!

-Α... Μπράβο παιδί μου, εσύ ξεσκόλισες... Άιντε τώρα στη δουλειά σου.

Το καλοκαίρι μωραίνεται σχεδόν εντελώς. Τόσον τα χάνει, ώστε μπαίνει κάποτε άφοβα στα χωριά. Ευτυχώς γι’ αυτήν δεν έχει καμμίαν αξίαν, διότι είναι μαδημένη πλέον.

Το δέρμα της ελληνικής Αλεπούς δεν είναι από τα εκλεκτότερα. Μόλα ταύτα έχει τόσον πλήθος η Ελλάς, ώστε μαζί με την Βίδρα της και το Κουνάβι της, το οποίον είναι εις μερικάς επαρχίας πολύ εκλεκτό, υπολογίζεται ότι εις το παγκόσμιον ετήσιον γουναρεμπόριον, το οποίον ανέρχεται εις τριακόσια πεντήκοντα εκατομμύρια φράγκα, αντιπροσωπεύεται με 5-7 εκατομμύρια.

Επιστημονική καλλιέργεια του πλούτου αυτού, με βελτίωσιν της ράτσας, θα ήτο όχι ευκαταφρόνητον εισόδημα διά τον τόπον μας.

Οι χωρικοί δεν λησμονούν εύκολα την καταστροφή που κάνει στα κοτέτσια τους. Είτε χειμώνα είτε καλοκαίρι την πιάσουν την τιμωρούν πολύ σκληρά. Την γδέρνουν ζωντανή. Αντέχει στο μαρτύριο αυτό και μάλιστα ζη πολλάς ώρας μετά το γδάρσιμο.

Ο ελληνικός λαός την θέλει τόσον ευθηνή, ώστε να έχη φκιάσει φαιδρούς μύθους κι απάνω στα βασανιστήριά της.

Μια φορά λέγουν ότι εκεί που έγδερναν μια Αλε­πού ζωντανή, την ρώτησαν:

- Ε! πως τα περνάς;

- Κακά και ψυχρά, αλλά δόξα να ‘χει ο θεός λι­γώτερο βασανίζομαι από το σώγαμπρο.....

Μια φορά πάλι έπεσε στον Ασπροπόταμο. Άμα είδε τους όχτους του που ήταν δεξιά και αριστερά σαν μαχαίρια και ότι συνεπώς ήτο μάταιον να προσ­παθήση να βγη, εστρογγυλοκάθησε και είπε:

- Ξέρω πως στη θάλασσα θα τελειώσω, αλλά βα­ριέμαι τα κλωθογυρίσματα του ποταμιού...

Στην Ακαρνανίαν ευρήκαν την εξής μέθοδο για να την πιάνουν. Κόβουν ένα νεροκολόκυθο επάνω επάνω τόσον ώστε να μπορή να περάση μέσα το κεφάλι της.

Στο βάθος της νεροκολοκύθας βάζουν λίπος χοίρου. Η Αλεπού το μυρίζεται, βυθίζει τη μούρη της και άμα φθάση στον πυθμένα, τ’ αυτιά της που επιέσθησαν για να χωρέση μέσα ανοίγουν και μένει με το νεροκολόκυθο στο πρόσωπο ωσάν να φορή προσωπίδα.

Παροιμία για την μεγάλη αγάπη που βασιλεύει μεταξύ των συγγάμβρων:

«Μια Αλεπού τρώγει σαράντα μπατζανάκηδες».