Τετάρτη, 2 Φεβρουαρίου 2011

Λιγότερα ιχθυάλευρα στην τροφή

Οι πολέμιοι των ιχθυοκαλλιεργειών υποστηρίζουν ότι παρά τις εξελίξεις ο τομέας έχει μια σημαντική αδυναμία, που μάλιστα επισημάνθηκε από επιστήμονες πριν από αρκετά χρόνια. Τότε είχε υπολογισθεί ότι πρέπει να αλιευθούν αρκετά κιλά ψαριών για να εκτραφεί ένα κιλό σολομού ή άλλων σαρκοφάγων ιχθύων, όπως είναι το χέλι. Ετσι, η σύγχρονη ιχθυοπαραγωγή αυξάνει τις πιέσεις στα θαλάσσια είδη αντί να τις μειώνει. Ο Νταν Μπάρλοου, της οργάνωσης «Φίλοι της Γης», στη Σκωτία, υποστηρίζει ότι η κατάσταση είναι ιδιαίτερα ζοφερή για τους μπακαλιάρους. Τα χέλια που αλιεύονται στη Βόρεια θάλασσα, ώστε να δοθούν ως τροφή στους μπακαλιάρους των ιχθυοτροφείων, αποτελούν αναπόσπαστο κρίκο της διατροφικής αλυσίδας στην ανοικτή θάλασσα. Eτσι, ο μπακαλιάρος που ζει στις θάλασσες δεν θα μπορέσει να επιβιώσει.

Προβλέπεται έλλειψη

Παρά την αυξανόμενη ζήτηση των σαρκοφάγων ψαριών ιχθυοτροφείου, δεν αυξάνεται αναλόγως η αλιεία των ειδών με τα οποία εκτρέφονται. Eτσι, η ποσότητα των λεγόμενων «βιομηχανικών ψαριών» (αντζούγιες, σαρδέλες) που χρησιμοποιούνται για τη παρασκευή ιχθυαλεύρων, παραμένει σταθερή επί δεκαετίες στα 30 εκατομμύρια τόννους. Στο παρελθόν, ιχθυάλευρα χρησιμοποιούνταν για την ορνιθοτροφία και την εκτροφή χοίρων, πρακτική, που σιγά-σιγά εγκαταλείφθηκε. Πολλοί υποστηρίζουν πως η χρήση ιχθυαλεύρων στα ιχθυοτροφεία είναι αποδοτικότερη συγκριτικά με τη χρήση τους στην εκτροφή άλλων ζώων. Σήμερα, το 40% των ιχθυοτροφείων χρησιμοποιούν το 40% της παγκόσμιας παραγωγής ιχθυελαίων και το 31% της παραγωγής ιχθυαλεύρων. Πολλοί, μεταξύ των οποίων ο FAO, προβλέπουν έλλειψη ιχθυελαίων εντός της δεκαετίας.

Η τεχνολογία πιθανώς να αποτρέψει κάτι τέτοιο. Ο Μπιόρνταλ τονίζει ότι το περιεχόμενο της ιχθυοτροφής σε ιχθυάλευρα μειώθηκε από 70% το 1972 σε 35% σήμερα. Πιστεύει ότι η εταιρεία του μπορεί να μειώσει τη χρήση των θαλάσσιων πόρων στο μισό χωρίς να περιορίσει ένα βασικό ιχθυέλαιο -το Ωμέγα 3-, στο οποίο οφείλεται η φήμη ότι το ψάρι είναι υγιεινό διατροφικό είδος. Επίσης μελετάται η χρήση υποκαταστάτων όπως είναι η σόγια και το γλουτένιο αραποσίτου. Κινέζοι ερευνητές πειραματίζονται με τη χρήση ενός συμπληρώματος με βάση τη μαγιά, που μπορεί να αντικαταστήσει το 50% των ιχθυαλεύρων.

Eξαρτάται από την Kίνα

Πόσο γρήγορα όμως θα εμφανίσει έλλειψη αυτός ο πόρος εξαρτάται αποκλειστικά από την Κίνα, που είναι σήμερα ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ιχθυαλεύρων. Αν αυτό συνεχιστεί, επισημαίνει ο FAO, θα επηρεάσει σοβαρά την ταχύτητα με την οποία η ζήτηση για θαλάσσιους πόρους θα εξισωθεί με την προσφορά.

Αν σημειωθεί έλλειψη ιχθυαλεύρων, λέει ο Ουάντ, εκφράζοντας έντονη ανησυχία, τα μικρής εμπορικής αξίας ψάρια που καταναλώνει ο αναπτυσσόμενος κόσμος θα χρησιμοποιηθούν για τη εκτροφή των καλοθρεμμένων ψαριών του ανεπτυγμένου κόσμου. Oμως, αν αυξηθεί η τιμή των ιχθυαλεύρων, ίσως βρεθεί τρόπος για να αλιεύονται κάποια είδη που σήμερα παρουσιάζουν ιδιαίτερη δυσκολία, όπως είναι οι πολύ μικρές γαρίδες δεύτερης ποιότητος. Αυτό, όμως, θα περιορίσει την τροφή για τα υπόλοιπα ζώα της θάλασσας. Επίσης είναι πιθανό να βρεθούν νέες χρήσεις για τις «παράπλευρες απώλειες» της αλιείας, δηλαδή τα ψάρια που πιάνονται τυχαία, σκοτώνονται και ξαναρίχνονται στο νερό. Το συνολικό τους βάρος ανέρχεται σε πολλά εκατομμύρια τόννους.

Οι ιχθυοκαλλιέργειες έχουν ένα μεγάλο πλεονέκτημα συγκριτικά με την αλιεία. Μπορούν να ελεγχθούν από τα κράτη. Ισως ο τομέας βελτιωθεί εξαιτίας των πιέσεων που ασκούν οι περιβαλλοντικές οργανώσεις, ενώ αυτό δεν πρόκειται να συμβεί όσον αφορά την αλιεία ανοικτής θαλάσσης, όπου ο ανταγωνισμός για τα διαρκώς μειούμενα ψάρια είναι εντονότατος και οι πολιτικοί κωφεύουν στις επιστημονικές εκκλήσεις. Ενώ το μόνο που μπορούν να πράξουν οι ψαράδες είναι η βελτίωση των τρόπων αλιείας, οι ιχθυοπαραγωγοί μπορούν να μελετήσουν τον περιορισμό του κόστους παραγωγής και την αύξηση του κέρδους τους. Eτσι ίσως περιοριστεί το κόστος της αλιείας ανοικτής θαλάσσης σε σημείο ώστε οι κυβερνητικές επιχορηγήσεις προς τους αλιείς να είναι για γέλια.

Aπαραίτητη η διεθνής πιστοποίηση

Είναι βέβαιο ότι η ιχθυοτροφία θα βρει τρόπο ώστε να καλύψει την παγκόσμια ζήτηση για ψάρι. Το μεγάλο ερώτημα είναι κατά πόσο θα επιτύχει αυτόν το στόχο, ρυπαίνοντας το θαλάσσιο περιβάλλον. Καθώς οι καταναλωτές μαθαίνουν όλο και περισσότερα για τις πηγές και τα μέσα παραγωγής, πιθανώς να απαιτήσουν η εντατική ιχθυοκαλλιέργεια να αναπτυχθεί με τρόπο φιλικό προς το περιβάλλον. Το πρόβλημα έγκειται στην έλλειψη ανεξάρτητης πληροφόρησης για το πόσο φιλικά είναι προς το περιβάλλον τα ιχθυοτροφεία. Αλλωστε, δεν υπάρχουν κοινά «μέτρα και σταθμά» μεταξύ των κρατών και η αύξηση των ορίων σε μια χώρα ίσως αναγκάσει τους επιχειρηματίες του τομέα να μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους αλλού, όπου οι κανόνες είναι πιο χαλαροί. Eνα πρόγραμμα διεθνούς πιστοποίησης, όπως συμβαίνει με τον φιλικό προς τα δελφίνια τόννο, χρειάζεται επειγόντως ώστε να πληροφορηθούν οι καταναλωτές πόσο «οικολογικό» είναι το ψάρι ιχθυοτροφείου που βρίσκεται στο πιάτο τους. Μόνον έτσι μπορούν οι καταναλωτές να ανακαλύψουν κατά πόσο τα προϊόντα των σύγχρονων ιχθυοκαλλιεργειών κάνουν περισσότερο κακό από αυτό που προλαμβάνουν. Και τότε θα μάθουμε πόσο οικολογική είναι η γαλάζια επανάσταση.